Τι δείχνει —και τι δεν αποδεικνύει— η νέα μεγάλη μελέτη για την «αύξηση 86%» στις διαγνώσεις
Πέτρος Αργίτης, Ψυχίατρος · 20 Σεπτεμβρίου 2026
«Στην εποχή μας δεν υπήρχαν τόσα παιδιά με ΔΕΠΥ ή αυτισμό».
Είναι μια φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα. Συνήθως συνοδεύεται από την υποψία ότι σήμερα «βαφτίζουμε» κάθε δυσκολία ως διαταραχή ή ότι μια ολόκληρη γενιά απέκτησε ξαφνικά προβλήματα που παλαιότερα δεν υπήρχαν.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη.
Πριν από μερικές δεκαετίες, πολλά παιδιά που σήμερα θα οδηγούνταν σε αξιολόγηση χαρακτηρίζονταν απλώς «αφηρημένα», «ατίθασα», «τεμπέλικα», «ιδιόρρυθμα» ή «κλεισμένα στον κόσμο τους». Ορισμένα βρίσκονταν μέσα στη φυσιολογική ποικιλία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Άλλα, όμως, μπορεί να ζούσαν με πραγματικές δυσκολίες που κανείς δεν ήξερε πώς να αναγνωρίσει.
Η απουσία μιας διάγνωσης στο παρελθόν δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε δυσκολία. Αλλά και η αύξηση των διαγνώσεων σήμερα δεν αποδεικνύει ότι κάθε αξιολόγηση είναι σωστή.
Δύο πράγματα μπορούν να είναι αληθινά ταυτόχρονα: άνθρωποι που παλαιότερα παρέμεναν αόρατοι μπορεί σήμερα να αναγνωρίζονται καλύτερα, ενώ παράλληλα ορισμένες αξιολογήσεις μπορεί να γίνονται βιαστικά ή χωρίς την απαιτούμενη κλινική διερεύνηση.
Η επιστήμη δεν μας υποχρεώνει να διαλέξουμε στρατόπεδο. Μας υποχρεώνει να κάνουμε καλύτερες ερωτήσεις.
Η ουσία σε λίγες γραμμές
- Το «86%» αφορά καταγεγραμμένες νέες διαγνώσεις σε ένα συγκεκριμένο σύστημα υγείας (τη Δανία), όχι μέτρηση της πραγματικής συχνότητας ΔΕΠΥ και αυτισμού στον πληθυσμό.
- Η νέα μελέτη έδειξε ότι, με τα χρόνια, τα παιδιά που διαγιγνώσκονται μοιάζουν περισσότερο με τον γενικό πληθυσμό ως προς πολλά κοινωνικοοικονομικά, οικογενειακά και περιγεννητικά χαρακτηριστικά. Η «διαγνωστική περίμετρος» φαίνεται να έχει διευρυνθεί.
- Η μελέτη δεν μέτρησε τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Δεν αποδεικνύει, επομένως, ούτε «ηπιότερες» περιπτώσεις ούτε «υπερδιάγνωση».
- Η ίδια η βιβλιογραφία δείχνει ότι η διάγνωση επηρεάζεται και από παράγοντες όπως η ενημέρωση, η πρόσβαση σε υπηρεσίες, ακόμη και η ημερομηνία γέννησης μέσα στη σχολική χρονιά.
- Στους ενηλίκους, η καθυστερημένη διάγνωση δεν σημαίνει καθυστερημένη έναρξη. Ούτε όμως ένα διαδικτυακό ερωτηματολόγιο ή ένα βίντεο στο TikTok αρκεί για να τεθεί διάγνωση.
- Το ζητούμενο δεν είναι «περισσότερες» ή «λιγότερες» διαγνώσεις. Είναι καλύτερες, πιο προσεκτικές αξιολογήσεις.
Η ανακοίνωση που άνοιξε ξανά τη συζήτηση
Στις 18 Σεπτεμβρίου 2026, το InfoKids δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Αυτισμός και ΔΕΠΥ: Οι διαγνώσεις αυξήθηκαν 86% σε 10 χρόνια – Τι δείχνει νέα μελέτη». Το θέμα πέρασε γρήγορα και σε άλλα ελληνικά μέσα. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο αριθμός των παιδιών που λάμβαναν ετησίως διάγνωση ΔΕΠΥ ή αυτισμού στη Δανία αυξήθηκε από 4.944 το 2012 σε 9.179 το 2022.[1]
Το 86% είναι πράγματι ένας εντυπωσιακός αριθμός. Χρειάζεται, όμως, να διαβαστεί σωστά.
Δεν σημαίνει ότι μέσα σε δέκα χρόνια γεννήθηκαν στη Δανία 86% περισσότερα παιδιά με ΔΕΠΥ ή αυτισμό. Δεν είναι μέτρηση της πραγματικής συχνότητας αυτών των καταστάσεων σε ολόκληρο τον πληθυσμό. Και ασφαλώς δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο στην Ελλάδα.
Πρόκειται για αύξηση των καταγεγραμμένων διαγνώσεων μέσα σε ένα συγκεκριμένο σύστημα υγείας και σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Η διαφορά είναι ουσιαστική: άλλο πόσοι άνθρωποι έχουν μια κατάσταση και άλλο πόσοι φτάνουν στις υπηρεσίες, αξιολογούνται και καταγράφονται με συγκεκριμένη διάγνωση.
Τι ακριβώς μελέτησαν οι ερευνητές
Το δημοσίευμα βασίστηκε σε μελέτη των Magnus Elias Tarp και συνεργατών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 στο JAMA Psychiatry.[2]
Οι ερευνητές αξιοποίησαν τα εθνικά μητρώα της Δανίας, τα οποία περιλάμβαναν περίπου 2,19 εκατομμύρια παιδιά και εφήβους. Στην κύρια ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 71.317 άτομα που είχαν λάβει διάγνωση ΔΕΠΥ ή αυτισμού πριν από τα 18 έτη, κατά την περίοδο 2012–2022 (περίπου 37% από αυτά ήταν κορίτσια). Για κάθε παιδί με διάγνωση επιλέχθηκαν δέκα παιδιά χωρίς αντίστοιχη καταγεγραμμένη διάγνωση, δημιουργώντας μια ομάδα σύγκρισης 713.170 ατόμων.[2]
Οι ομάδες αντιστοιχίστηκαν ως προς βασικά δημογραφικά χαρακτηριστικά, όπως το φύλο και το έτος γέννησης. Στη συνέχεια εξετάστηκαν 19 χαρακτηριστικά που προηγούνταν της διάγνωσης, όπως:
- κοινωνικοοικονομικοί και οικογενειακοί παράγοντες,
- στοιχεία σχετικά με την εγκυμοσύνη και τη γέννηση,
- η υγεία των γονέων,
- η προηγούμενη χρήση υπηρεσιών υγείας.
Δεν επρόκειτο, επομένως, για νέα κλινική εξέταση όλων αυτών των παιδιών. Ήταν μια μεγάλη μελέτη μητρώων (μελέτη ασθενών–μαρτύρων), σχεδιασμένη να εξετάσει πώς μεταβλήθηκαν μέσα στον χρόνο οι στατιστικές συσχετίσεις μεταξύ ορισμένων προϋπαρχόντων χαρακτηριστικών και της μελλοντικής διάγνωσης.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί καθορίζει τόσο τη δύναμη όσο και τα όρια των συμπερασμάτων.
Το σημαντικότερο εύρημα δεν είναι το 86%
Η πιο ενδιαφέρουσα διαπίστωση της έρευνας δεν ήταν απλώς ότι αυξήθηκαν οι διαγνώσεις.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, με την πάροδο των ετών, τα παιδιά που λάμβαναν διάγνωση ΔΕΠΥ ή αυτισμού παρουσίαζαν μικρότερες διαφορές από την ομάδα σύγκρισης ως προς πολλά κοινωνικοοικονομικά, οικογενειακά και περιγεννητικά χαρακτηριστικά. Όπως το διατύπωσε ο πρώτος συγγραφέας, όσοι διαγιγνώσκονται τα τελευταία χρόνια μοιάζουν περισσότερο με τον γενικό πληθυσμό απ’ ό,τι όσοι διαγιγνώσκονταν πριν από μία δεκαετία.[2,14]
Για παράδειγμα, στην αρχή της περιόδου το χαμηλό βάρος γέννησης είχε εντονότερη στατιστική σχέση με τη μελλοντική διάγνωση. Ο λόγος πιθανοτήτων μειώθηκε από 1,54 την περίοδο 2012–2013 σε 1,17 την περίοδο 2020–2022. Η εξασθένηση των συσχετίσεων ήταν εντονότερη στη ΔΕΠΥ και στα παιδιά που διαγιγνώσκονταν μεταξύ 10 και 17 ετών.[2]
Αυτό δεν σημαίνει ότι το χαμηλό βάρος γέννησης «έπαψε να έχει σημασία». Ούτε επιτρέπει να υπολογίσουμε την πιθανότητα διάγνωσης ενός συγκεκριμένου παιδιού. Δείχνει ότι, σε επίπεδο πληθυσμού, το προφίλ εκείνων που έφταναν στη διάγνωση μεταβαλλόταν.
Με απλά λόγια, οι υπηρεσίες δεν εντόπιζαν πλέον μόνο παιδιά με το προφίλ που συνδεόταν περισσότερο με τη διάγνωση παλαιότερα. Η διαγνωστική «περίμετρος» φαίνεται ότι είχε διευρυνθεί.
Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη διευκρίνιση:
Το ότι δύο παιδιά μοιάζουν περισσότερο ως προς το οικογενειακό εισόδημα, το βάρος γέννησης ή τη χρήση υπηρεσιών υγείας δεν σημαίνει ότι μοιάζει και η καθημερινότητά τους.
Δεν μας λέει αν το ένα δυσκολεύεται να παρακολουθήσει το μάθημα, να οργανώσει τις υποχρεώσεις του, να αντέξει τα αισθητηριακά ερεθίσματα ή να κατανοήσει τις άγραφες κοινωνικές συμβάσεις.
Η μελέτη δεν μέτρησε άμεσα τη βαρύτητα των βασικών χαρακτηριστικών ούτε τη λειτουργική επιβάρυνση κάθε παιδιού. Συνεπώς, δεν αποδεικνύει ότι οι νεότερες περιπτώσεις είναι «ηπιότερες», ότι οι διαγνώσεις είναι λιγότερο έγκυρες ή ότι έχει συμβεί υπερδιάγνωση.
Οι ίδιοι οι συγγραφείς είναι σαφείς: τα ευρήματα δεν πρέπει να ερμηνευθούν ως ένδειξη ότι η ΔΕΠΥ ή ο αυτισμός έγιναν λιγότερο επιβαρυντικές καταστάσεις για το άτομο. Υποστηρίζουν ότι η αύξηση μπορεί να αντανακλά αλλαγές στις διαγνωστικές πρακτικές και στη δυνατότητα των υπηρεσιών να εντοπίζουν περιστατικά — και όχι μόνο μεταβολές στον υποκείμενο κίνδυνο.[2]
Τι είπαν άλλοι ειδικοί για τη μελέτη
Στην αντίδραση ανεξάρτητων ειδικών μέσω του Science Media Centre, η ίδια επιφύλαξη επανήλθε από διαφορετικές πλευρές.[12]
Η καθηγήτρια Uta Frith σημείωσε ότι, για να επιβεβαιωθεί η ερμηνεία περί αυξημένου ποσοστού ηπιότερων περιπτώσεων, θα χρειάζονταν μετρήσεις της σοβαρότητας των συμπτωμάτων. Ο Steven Kapp επεσήμανε ότι η μελέτη δεν μέτρησε τον βαθμό των βασικών χαρακτηριστικών ή της αναπηρίας. Η Joanna Martin εκτίμησε τη μεθοδολογία και σχολίασε ότι τα ευρήματα συμβαδίζουν με την εικόνα ότι αναγνωρίζονται πλέον περισσότεροι νέοι που χρειάζονται υποστήριξη — χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η επίπτωση της κατάστασης στη ζωή τους είναι μικρότερη.
Με άλλα λόγια, ακόμη και οι ειδικοί που βλέπουν τη μελέτη θετικά δεν τη διαβάζουν ως «απόδειξη υπερδιάγνωσης». Ούτε ως πλήρη απάντηση στο ερώτημα.
Περισσότερες διαγνώσεις δεν σημαίνουν αυτομάτως περισσότερη διαταραχή
Οι αριθμοί των διαγνώσεων δεν λειτουργούν όπως ένα θερμόμετρο που μετρά απευθείας τη συχνότητα μιας κατάστασης.
Ανάμεσα στην ύπαρξη μιας δυσκολίας και στην καταγραφή μιας διάγνωσης παρεμβάλλονται πολλοί παράγοντες: η ενημέρωση των γονέων και των εκπαιδευτικών, η πρόσβαση σε ειδικούς, τα διαγνωστικά κριτήρια, η εκπαίδευση των επαγγελματιών, οι κοινωνικές προκαταλήψεις, οι λίστες αναμονής, ακόμη και το πόσο αποδεκτό θεωρείται να ζητήσει κάποιος βοήθεια.
Μια σουηδική μελέτη του 2015 βοηθά να κατανοήσουμε αυτή τη διάκριση. Οι ερευνητές εξέτασαν σχεδόν 20.000 δίδυμα παιδιά, γεννημένα μεταξύ 1993 και 2002, χρησιμοποιώντας το ίδιο εργαλείο καταγραφής αυτιστικών χαρακτηριστικών (ένα δομημένο τηλεφωνικό ερωτηματολόγιο). Οι καταγεγραμμένες διαγνώσεις αυτισμού στη χώρα αυξάνονταν σταθερά, ενώ η συχνότητα του μετρούμενου συμπτωματικού προφίλ στον γενικό πληθυσμό παρέμενε σχετικά σταθερή.[3]
Το εύρημα αφορά έναν συγκεκριμένο πληθυσμό, μια συγκεκριμένη περίοδο και ένα συγκεκριμένο εργαλείο. Δεν αποδεικνύει ότι η πραγματική συχνότητα του αυτισμού παραμένει παντού αμετάβλητη. Δείχνει, όμως, ότι η αύξηση των καταγεγραμμένων διαγνώσεων δεν ισοδυναμεί υποχρεωτικά με αντίστοιχη αύξηση των χαρακτηριστικών στον πληθυσμό.
Μπορεί ακόμη και η ηλικία μέσα στην τάξη να επηρεάσει τη διάγνωση
Μια άλλη μεγάλη μελέτη, δημοσιευμένη στο New England Journal of Medicine, εξέτασε περίπου 400.000 παιδιά (γεννημένα 2007–2009) σε αμερικανικές πολιτείες όπου η 1η Σεπτεμβρίου αποτελούσε το όριο ηλικίας για την εγγραφή στο σχολείο.
Τα παιδιά που είχαν γεννηθεί τον Αύγουστο —και ήταν επομένως από τα μικρότερα της τάξης— είχαν περισσότερες καταγεγραμμένες διαγνώσεις ΔΕΠΥ από εκείνα που είχαν γεννηθεί τον Σεπτέμβριο και συνήθως ξεκινούσαν σχολείο έναν χρόνο αργότερα: 85,1 έναντι 63,6 διαγνώσεων ανά 10.000 παιδιά. Η διαφορά αυτή δεν εμφανίστηκε σε πολιτείες χωρίς το ίδιο όριο εγγραφής.[4]
Η ημερομηνία γέννησης δεν «προκαλεί» ΔΕΠΥ. Μπορεί, όμως, να αλλάξει την ομάδα με την οποία συγκρίνεται ένα παιδί. Μια συμπεριφορά που είναι αναμενόμενη για ένα νεότερο παιδί μπορεί να φαίνεται περισσότερο ανώριμη όταν αξιολογείται δίπλα σε συμμαθητές σχεδόν έναν χρόνο μεγαλύτερους.
Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι κάθε επιπλέον διάγνωση ήταν λανθασμένη. Υπενθυμίζει, όμως, ότι η συμπεριφορά πρέπει να εκτιμάται με βάση το αναπτυξιακό στάδιο και όχι μόνο σε σύγκριση με το μέσο παιδί μιας σχολικής τάξης.
Ένα όριο εγγραφής δεν δημιουργεί ΔΕΠΥ. Μπορεί όμως να επηρεάσει το πώς αντιλαμβανόμαστε τη συμπεριφορά ενός παιδιού.
Η υποδιάγνωση και η βιαστική διάγνωση μπορούν να συνυπάρχουν
Η δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζεται σαν να υπάρχουν μόνο δύο πιθανές εξηγήσεις: είτε «επιτέλους αναγνωρίζουμε όλους όσοι έμεναν αδιάγνωστοι» είτε «σήμερα μετατρέπουμε κάθε ιδιαιτερότητα σε διαταραχή».
Η πραγματικότητα μπορεί να περιλαμβάνει και τα δύο.
Μπορεί να αναγνωρίζονται καλύτερα κορίτσια που δεν παρουσίαζαν την κλασική εικόνα υπερκινητικότητας, παιδιά με καλές γνωστικές ικανότητες που αντιστάθμιζαν τις δυσκολίες τους ή οικογένειες που παλαιότερα δεν είχαν πρόσβαση σε υπηρεσίες.
Ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση δίνει μια μεγάλη δανική μελέτη μητρώων για την περίοδο 2000–2024, με 2,8 εκατομμύρια παιδιά: οι διαγνώσεις και των δύο καταστάσεων αυξήθηκαν σημαντικά, με εντονότερη άνοδο στα κορίτσια. Το χάσμα ανάμεσα στα φύλα στένεψε, ιδιαίτερα στη ΔΕΠΥ, ενώ τα κορίτσια διαγιγνώσκονταν σε μεγαλύτερες ηλικίες, συχνά στην εφηβεία και όχι στην πρώιμη παιδική ηλικία.[13] Αυτό ταιριάζει με την ιδέα ότι ένα μέρος των «νέων» διαγνώσεων αφορά δυσκολίες που παλαιότερα περνούσαν απαρατήρητες.
Παράλληλα, μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες συνηθισμένες ανθρώπινες δυσκολίες, αντιδράσεις στο άγχος, προβλήματα ύπνου ή αναπτυξιακή ανωριμότητα αποδίδονται πολύ γρήγορα σε μια νευροαναπτυξιακή διάγνωση.
Η απάντηση δεν είναι ούτε η συλλογική αμφισβήτηση των διαγνώσεων ούτε η άκριτη αποδοχή τους. Είναι η ποιοτική, ολοκληρωμένη και εξατομικευμένη αξιολόγηση.
Μέχρι εδώ μιλούσαμε για παιδιά. Τι συμβαίνει στους ενηλίκους;
Η δανική μελέτη αφορούσε ανθρώπους που είχαν διαγνωστεί πριν από τα 18 έτη. Δεν μπορεί, επομένως, να απαντήσει άμεσα τι συμβαίνει στη ΔΕΠΥ και στον αυτισμό των ενηλίκων.
Για τους ενηλίκους πρέπει να στραφούμε σε διαφορετικά επιστημονικά δεδομένα και σε ένα διαφορετικό ερώτημα:
Γιατί ορισμένοι άνθρωποι φτάνουν στη διάγνωση τόσο αργά;
ΔΕΠΥ ενηλίκων: όταν η δυσκολία δεν μοιάζει πια με το στερεότυπο
Η ΔΕΠΥ συχνά επιμένει στην ενήλικη ζωή, αλλά η εξωτερική εικόνα μπορεί να αλλάζει.
Η έντονη κινητική υπερδραστηριότητα μπορεί να γίνει λιγότερο εμφανής. Στη θέση της μπορεί να κυριαρχούν η εσωτερική ανησυχία, η δυσκολία οργάνωσης, η κακή αίσθηση του χρόνου, οι συχνές καθυστερήσεις, η αναβολή υποχρεώσεων, η αδυναμία ολοκλήρωσης εργασιών και η παρορμητικότητα.[5]
Φυσικά, όλοι αναβάλλουμε κάποιες φορές μια υποχρέωση. Όλοι χάνουμε ένα ραντεβού ή δυσκολευόμαστε να συγκεντρωθούμε όταν είμαστε κουρασμένοι.
Η διάγνωση δεν βασίζεται στην παρουσία μιας μεμονωμένης συμπεριφοράς. Απαιτεί ένα επίμονο μοτίβο, με ρίζες στην παιδική ηλικία, παρουσία σε περισσότερα από ένα περιβάλλοντα και ουσιαστικές συνέπειες στην εκπαίδευση, στην εργασία, στις σχέσεις ή στην καθημερινή λειτουργικότητα.
Η διάγνωση στα 35 ή στα 45 δεν σημαίνει ότι η ΔΕΠΥ εμφανίστηκε τότε. Σημαίνει ότι τότε αναγνωρίστηκε.
Ένας άνθρωπος μπορεί να είχε για χρόνια τη δομή της οικογένειας, σαφείς σχολικές απαιτήσεις ή προσωπικές στρατηγικές που τον βοηθούσαν να αντισταθμίζει. Οι δυσκολίες μπορεί να γίνουν εντονότερες όταν χρειαστεί να οργανώσει μόνος του σπουδές, εργασία, οικονομικές υποχρεώσεις, σπίτι και οικογένεια.
Το ότι κάποιος τα κατάφερνε δεν μας λέει πάντοτε πόση προσπάθεια ή πόση βοήθεια χρειαζόταν για να τα καταφέρει.
Ένα ερωτηματολόγιο δεν είναι διάγνωση
Δεν υπάρχει εξέταση αίματος, μαγνητική τομογραφία, ηλεκτροεγκεφαλογράφημα ή μεμονωμένο τεστ προσοχής που να επιβεβαιώνει ή να αποκλείει από μόνο του τη ΔΕΠΥ.
Το πρότυπο ποιότητας για την αξιολόγηση της ΔΕΠΥ ενηλίκων, που δημοσιεύθηκε το 2024, προτείνει πλήρη ψυχιατρική και νευροαναπτυξιακή εκτίμηση, ημιδομημένη συνέντευξη, διερεύνηση της παιδικής και της σημερινής εικόνας και συγκεκριμένα παραδείγματα από την πραγματική ζωή. Όπου είναι εφικτό, αξιοποιούνται σχολικές αναφορές ή πληροφορίες από ανθρώπους που γνωρίζουν καλά το άτομο. Σύμφωνα με το ίδιο πρότυπο, τα ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς δεν πρέπει να αποτελούν βασικό μέρος της διάγνωσης.[6]
Πρέπει επίσης να εξεταστεί αν τα συμπτώματα εξηγούνται καλύτερα από κάποια άλλη κατάσταση ή αν συνυπάρχουν με άγχος, κατάθλιψη, προβλήματα ύπνου, χρήση ουσιών, τραύμα ή άλλη ψυχική ή σωματική διαταραχή.
Το ίδιο πρότυπο προτείνει ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η συνολική αξιολόγηση χρειάζεται τουλάχιστον δύο ώρες, ενδεχομένως κατανεμημένες σε περισσότερες συναντήσεις. Η διάρκεια από μόνη της δεν εγγυάται την ποιότητα. Δείχνει, όμως, γιατί ένα γρήγορο διαδικτυακό τεστ ή μια δεκάλεπτη συνομιλία δεν είναι ισοδύναμα με ολοκληρωμένη αξιολόγηση.[6]
Αυτισμός ενηλίκων: η καθυστερημένη διάγνωση δεν σημαίνει καθυστερημένη έναρξη
Ο αυτισμός και η ΔΕΠΥ είναι διαφορετικές νευροαναπτυξιακές καταστάσεις, αν και μπορούν να συνυπάρχουν.
Ο αυτισμός αφορά ένα ευρύ και ετερογενές φάσμα χαρακτηριστικών που σχετίζονται με την κοινωνική επικοινωνία και αλληλεπίδραση, την ανάγκη για σταθερότητα, περιορισμένα ή επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς και ενδιαφερόντων, καθώς και διαφορετικές αντιδράσεις στα αισθητηριακά ερεθίσματα.
Τα χαρακτηριστικά του έχουν αναπτυξιακές ρίζες. Μπορεί να είναι ορατά από νωρίς, αλλά σε ορισμένους ανθρώπους η διάγνωση γίνεται πολύ αργότερα. Οι ικανότητες και οι ανάγκες υποστήριξης διαφέρουν σημαντικά: κάποιοι άνθρωποι ζουν με μεγάλη αυτονομία, ενώ άλλοι χρειάζονται διαρκή και εκτεταμένη φροντίδα.[7]
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η αύξηση των διαγνώσεων δεν αφορά μόνο τα παιδιά. Μελέτη ηλεκτρονικών αρχείων από μεγάλα συστήματα υγείας των ΗΠΑ διαπίστωσε ότι οι καταγεγραμμένες διαγνώσεις αυτισμού αυξήθηκαν σημαντικά μεταξύ 2011 και 2022, από 2,3 σε 6,3 ανά 1.000 άτομα. Η μεγαλύτερη σχετική αύξηση παρατηρήθηκε στους νέους ενηλίκους ηλικίας 26–34 ετών (περίπου 450%), ενώ οι αυξήσεις ήταν αναλογικά μεγαλύτερες στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες.[8]
Και εδώ χρειάζεται προσοχή: πρόκειται για διαγνώσεις που καταγράφηκαν σε συγκεκριμένα συστήματα υγείας, όχι για απόδειξη ότι ο αυτισμός άρχισε ξαφνικά να εμφανίζεται στους ενηλίκους. Οι ίδιοι οι ερευνητές σημειώνουν ότι ορισμένοι από τους ενηλίκους ίσως είχαν διαγνωστεί ήδη ως παιδιά και ότι η αρχική ηλικία διάγνωσης δεν μπορούσε να εντοπιστεί.[8]
Η ηλικία κατά την οποία βρίσκουμε το όνομα μιας δυσκολίας δεν είναι πάντοτε η ηλικία κατά την οποία άρχισε η δυσκολία.
Όταν η προσαρμογή κρύβει το κόστος της
Ορισμένοι αυτιστικοί ενήλικοι μαθαίνουν να παρατηρούν και να μιμούνται κοινωνικές συμπεριφορές, να προετοιμάζουν εκ των προτέρων τι θα πουν, να καταπιέζουν ορισμένες αντιδράσεις ή να κρύβουν τη δυσφορία τους. Η διαδικασία αυτή περιγράφεται στη βιβλιογραφία ως camouflaging, δηλαδή κοινωνική απόκρυψη ή αντιστάθμιση χαρακτηριστικών.
Σε διαδικτυακή έρευνα με ανοιχτές ερωτήσεις σε 92 ενήλικες με διάγνωση αυτισμού, οι συμμετέχοντες περιέγραψαν στρατηγικές «κάλυψης» και προσαρμογής, με σκοπό να ενταχθούν κοινωνικά ή να αποφύγουν την απόρριψη. Πολλοί ανέφεραν σημαντικό κόστος, όπως σωματική και ψυχική εξάντληση, άγχος και δυσκολίες στην αίσθηση του εαυτού.[9]
Η μελέτη δεν μας λέει πόσο συχνό είναι το camouflaging σε όλους τους αυτιστικούς ανθρώπους (οι συμμετέχοντες είχαν ήδη διάγνωση και αυτοεπιλέχθηκαν). Δεν αποτελεί επίσης αυτοτελές διαγνωστικό κριτήριο.
Μας θυμίζει, όμως, κάτι σημαντικό:
Η εξωτερική εικόνα δεν αποκαλύπτει πάντοτε την προσπάθεια που απαιτείται για να διατηρηθεί.
Το γεγονός ότι κάποιος εργάζεται, έχει σχέσεις, μιλά με ευχέρεια ή μπορεί να συμμετέχει σε μια κοινωνική συζήτηση δεν αποκλείει τον αυτισμό. Από την άλλη πλευρά, η κοινωνική κόπωση, η εσωστρέφεια ή η προτίμηση στη ρουτίνα δεν αρκούν από μόνες τους για τη διάγνωση.
Πώς γίνεται σωστά η αξιολόγηση αυτισμού σε έναν ενήλικο;
Οι κατευθυντήριες οδηγίες του NICE προτείνουν μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες, με διερεύνηση:
- των χαρακτηριστικών που υπήρχαν στην παιδική ηλικία και συνεχίζονται στην ενήλικη ζωή,
- της πρώιμης αναπτυξιακής πορείας,
- της λειτουργικότητας στο σπίτι, στην εκπαίδευση και στην εργασία,
- των αισθητηριακών ιδιαιτεροτήτων,
- άλλων νευροαναπτυξιακών, ψυχικών ή σωματικών καταστάσεων.
Όπου είναι δυνατόν, αξιοποιούνται πληροφορίες από συγγενείς, συντρόφους ή παλαιά σχολικά έγγραφα. Τα ειδικά διαγνωστικά εργαλεία μπορούν να βοηθήσουν, αλλά δεν αντικαθιστούν την κλινική σύνθεση όλων των δεδομένων.[10]
Η σωστή αξιολόγηση δεν προσπαθεί απλώς να συμπληρώσει έναν κατάλογο χαρακτηριστικών. Προσπαθεί να κατανοήσει ολόκληρη την αναπτυξιακή διαδρομή του ανθρώπου.
Και τι ρόλο παίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;
Το διαδίκτυο έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μαθαίνουν για τη ΔΕΠΥ και τον αυτισμό.
Αυτό δεν είναι μόνο αρνητικό. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να μειώσουν το στίγμα, να προσφέρουν κοινότητα και να δώσουν λέξεις σε εμπειρίες που κάποιος μέχρι τότε δεν μπορούσε να εξηγήσει. Για ορισμένους ανθρώπους, ένα βίντεο αποτελεί την αφορμή να ζητήσουν μια σοβαρή αξιολόγηση.
Αλλά η αναγνώριση του εαυτού μας σε μια περιγραφή δεν αποτελεί διάγνωση.
Σε μελέτη του 2025, δύο κλινικοί ψυχολόγοι με μακρά εμπειρία στη ΔΕΠΥ αξιολόγησαν το περιεχόμενο των 100 δημοφιλέστερων βίντεο στο TikTok με το hashtag #ADHD· δύο από αυτά αποκλείστηκαν από την τελική ανάλυση. Λιγότεροι από τους μισούς ισχυρισμούς που παρουσίαζαν κάτι ως «σύμπτωμα ΔΕΠΥ» (περίπου 49%) κρίθηκαν ότι αντιστοιχούσαν στα βασικά διαγνωστικά συμπτώματα.[11] Σε δεύτερο σκέλος της ίδιας εργασίας, με 843 φοιτητές, η συχνότερη παρακολούθηση τέτοιου περιεχομένου συνδεόταν με υπερεκτίμηση της συχνότητας της ΔΕΠΥ στον πληθυσμό. Πρόκειται όμως για συσχέτιση, όχι απόδειξη αιτίας και αποτελέσματος.[11]
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί ήταν ψευδείς. Πολλοί μπορεί να περιέγραφαν πραγματικές, αλλά μη ειδικές εμπειρίες: δυσκολίες που παρατηρούνται σε πολλές διαφορετικές καταστάσεις ή ακόμη και στη φυσιολογική ανθρώπινη ζωή.
Εδώ βρίσκεται η παγίδα. Όσο πιο γενική είναι μια περιγραφή —«δεν μου αρέσουν οι βαρετές δουλειές», «κουράζομαι κοινωνικά», «ξεχνώ πού έβαλα τα κλειδιά μου»— τόσο περισσότεροι άνθρωποι θα αναγνωρίσουν τον εαυτό τους σε αυτήν.
Η κλινική ερώτηση δεν είναι μόνο:
«Μου συμβαίνει κι εμένα;»
Είναι επίσης: πόσο συχνά συμβαίνει; Από πότε; Σε πόσους τομείς της ζωής; Με ποιες συνέπειες; Και υπάρχει κάποια καλύτερη εξήγηση;
Ο αλγόριθμος μπορεί να ανοίξει μια συζήτηση. Δεν μπορεί να ολοκληρώσει τη διάγνωση.
Πότε αξίζει να ζητήσει κανείς αξιολόγηση;
Δεν υπάρχει μία «λίστα συμπτωμάτων» που να αρκεί. Υπάρχουν όμως ερωτήματα που βοηθούν να καταλάβει κανείς αν ένα μοτίβο αξίζει σοβαρή διερεύνηση:
- Οι δυσκολίες είναι επίμονες ή εμφανίζονται μόνο σε περιόδους έντονου στρες, κατάθλιψης ή έλλειψης ύπνου;
- Υπήρχαν ενδείξεις από την παιδική ηλικία (σχολικές παρατηρήσεις, αναφορές γονέων, προηγούμενες δυσκολίες);
- Εμφανίζονται σε περισσότερα από ένα περιβάλλοντα (σπίτι, σχολείο ή εργασία, σχέσεις);
- Έχουν ουσιαστικές συνέπειες στη λειτουργικότητα, δηλαδή στις σπουδές, στη δουλειά, στις οικονομικές υποχρεώσεις ή στις σχέσεις;
- Υπάρχει κάποια καλύτερη εξήγηση, όπως άγχος, κατάθλιψη, χρήση ουσιών, τραύμα ή σωματικό πρόβλημα;
Αν οι απαντήσεις σε αυτά δείχνουν ένα επίμονο και επιβαρυντικό μοτίβο, η επόμενη κίνηση είναι μια αξιολόγηση από κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία υγείας, όχι ένα ακόμη τεστ στο διαδίκτυο.
Συχνές ερωτήσεις
Αυξήθηκαν πραγματικά η ΔΕΠΥ και ο αυτισμός;
Οι καταγεγραμμένες διαγνώσεις αυξήθηκαν σαφώς σε πολλές χώρες. Οι διαθέσιμες μελέτες, όμως, δεν επιτρέπουν να πούμε πόσο από αυτή την αύξηση οφείλεται σε πραγματική αύξηση της συχνότητας και πόσο σε καλύτερη αναγνώριση, αλλαγές στα κριτήρια και στην πρόσβαση σε υπηρεσίες. Μια σουηδική μελέτη, για παράδειγμα, βρήκε σταθερή συχνότητα των αυτιστικών χαρακτηριστικών σε γενικό πληθυσμό παρά την άνοδο των διαγνώσεων.[3]
Σημαίνει το «86%» ότι υπάρχει υπερδιάγνωση;
Όχι. Ούτε η ίδια η μελέτη ούτε οι ανεξάρτητοι ειδικοί που τη σχολίασαν το συμπεραίνουν. Η μελέτη δεν μέτρησε τη βαρύτητα των συμπτωμάτων ούτε την ορθότητα των μεμονωμένων διαγνώσεων.[2,12]
Ισχύουν τα δανικά στοιχεία και για την Ελλάδα;
Δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια. Κάθε χώρα έχει διαφορετικό σύστημα υγείας, διαφορετική πρόσβαση σε αξιολόγηση και διαφορετική καταγραφή διαγνώσεων.
Μπορώ να διαγνωστώ με ένα διαδικτυακό τεστ;
Όχι. Τα ερωτηματολόγια μπορεί να αποτελέσουν αφετηρία συζήτησης, αλλά η διάγνωση απαιτεί κλινική συνέντευξη, διερεύνηση της παιδικής και της σημερινής εικόνας και αποκλεισμό άλλων εξηγήσεων.[6,10]
Αν τα κατάφερνα μέχρι τώρα, μπορεί να έχω ΔΕΠΥ ή αυτισμό;
Μπορεί. Το ότι κάποιος λειτουργεί ή έχει πετύχει επαγγελματικά δεν αποκλείει τη διάγνωση, γιατί ορισμένοι άνθρωποι αντισταθμίζουν με μεγάλη προσπάθεια. Δεν αρκεί όμως από μόνη της η υποψία: χρειάζεται εκτίμηση από ειδικό.
Τι πρέπει τελικά να κρατήσουμε;
Η νέα δανική μελέτη δεν απέδειξε ότι η ΔΕΠΥ και ο αυτισμός έγιναν συχνότερες κατά 86%.
Δεν απέδειξε ότι υπάρχει μαζική υπερδιάγνωση.
Δεν απέδειξε επίσης ότι όλες οι νέες διαγνώσεις αποτελούν αποκλειστικά αποτέλεσμα καλύτερης αναγνώρισης.
Έδειξε κάτι πιο σύνθετο και ίσως πιο σημαντικό: καθώς αυξάνονται οι διαγνώσεις, μεταβάλλεται και το προφίλ των ανθρώπων που φτάνουν σε αυτές. Οι υπηρεσίες φαίνεται να εντοπίζουν ευρύτερες ομάδες παιδιών, ενώ οι παραδοσιακές κοινωνικοοικονομικές και περιγεννητικές διαφορές εξασθενούν.
Αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη προόδου. Μπορεί να σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε παιδιά και ενηλίκους που παλαιότερα παρέμεναν αόρατοι.
Η πρόοδος, όμως, δεν μετριέται μόνο από το πόσες διαγνώσεις τίθενται. Μετριέται από την ποιότητά τους.
Από το αν ακούσαμε προσεκτικά τον άνθρωπο.
Από το αν εξετάσαμε την αναπτυξιακή του πορεία.
Από το αν διαχωρίσαμε ένα επίμονο νευροαναπτυξιακό μοτίβο από το άγχος, την εξάντληση, την κατάθλιψη, την έλλειψη ύπνου ή μια δύσκολη περίοδο ζωής.
Και κυρίως, από το αν η διάγνωση οδήγησε σε μεγαλύτερη κατανόηση, κατάλληλες προσαρμογές και ουσιαστική βοήθεια.
Ίσως, λοιπόν, η σωστή ερώτηση να μην είναι:
«Γιατί τώρα έχουν όλοι κάτι;»
Αλλά:
Ποιοι άνθρωποι παρέμεναν αόρατοι στο παρελθόν, ποιοι κινδυνεύουν σήμερα να αξιολογηθούν βιαστικά και πώς μπορούμε να προσφέρουμε σε όλους μια πραγματικά σοβαρή αξιολόγηση;
Μια διάγνωση δεν πρέπει να μικραίνει τον άνθρωπο σε μία λέξη.
Πρέπει να ανοίγει περισσότερους δρόμους για να κατανοήσει τη ζωή του και να τη ζήσει καλύτερα.
Βιβλιογραφία
- InfoKids Team. Αυτισμός και ΔΕΠΥ: Οι διαγνώσεις αυξήθηκαν 86% σε 10 χρόνια – Τι δείχνει νέα μελέτη. InfoKids [Internet]. 2026 Sep 18 [cited 2026 Sep 20].
- Tarp ME, Lousdal ML, Rask CU, Keyes KM, Formánek T, Brikell I, et al. Changes in characteristics associated with ADHD and ASD diagnoses over time. JAMA Psychiatry. 2026 Sep 9. doi:10.1001/jamapsychiatry.2026.2722.
- Lundström S, Reichenberg A, Anckarsäter H, Lichtenstein P, Gillberg C. Autism phenotype versus registered diagnosis in Swedish children: prevalence trends over 10 years in general population samples. BMJ. 2015;350:h1961. doi:10.1136/bmj.h1961.
- Layton TJ, Barnett ML, Hicks TR, Jena AB. Attention deficit-hyperactivity disorder and month of school enrollment. N Engl J Med. 2018;379(22):2122-30. doi:10.1056/NEJMoa1806828.
- Kooij JJS, Bijlenga D, Salerno L, Jaeschke R, Bitter I, Balázs J, et al. Updated European Consensus Statement on diagnosis and treatment of adult ADHD. Eur Psychiatry. 2019;56:14-34. doi:10.1016/j.eurpsy.2018.11.001.
- Adamou M, Arif M, Asherson P, Cubbin S, Leaver L, Sedgwick-Müller J, et al. The adult ADHD assessment quality assurance standard. Front Psychiatry. 2024;15:1380410. doi:10.3389/fpsyt.2024.1380410.
- World Health Organization. Autism [Internet]. Geneva: World Health Organization; 2025 Sep 17 [cited 2026 Sep 20].
- Grosvenor LP, Croen LA, Lynch FL, Marafino BJ, Maye M, Penfold RB, et al. Autism diagnosis among US children and adults, 2011-2022. JAMA Netw Open. 2024;7(10):e2442218. doi:10.1001/jamanetworkopen.2024.42218.
- Hull L, Petrides KV, Allison C, Smith P, Baron-Cohen S, Lai MC, et al. “Putting on my best normal”: social camouflaging in adults with autism spectrum conditions. J Autism Dev Disord. 2017;47(8):2519-34. doi:10.1007/s10803-017-3166-5.
- National Institute for Health and Care Excellence. Autism spectrum disorder in adults: diagnosis and management. NICE Clinical Guideline CG142 [Internet]. London: NICE; 2012 [updated 2021 Jun 14; cited 2026 Sep 20].
- Karasavva V, Miller C, Groves N, Montiel A, Canu W, Mikami A. A double-edged hashtag: evaluation of #ADHD-related TikTok content and its associations with perceptions of ADHD. PLoS One. 2025;20(3):e0319335. doi:10.1371/journal.pone.0319335.
- Science Media Centre. Expert reaction to study of changes in characteristics associated with ADHD and autism spectrum disorder diagnoses over time [Internet]. 2026 Sep [cited 2026 Sep 20].
- Bliddal M, Gram EB, Sonne H, et al. Trends and incidence rates of neurodevelopmental disorders in Danish children and adolescents 2000–2024. Eur Child Adolesc Psychiatry. 2026 Feb 10. doi:10.1007/s00787-026-02981-0.
- Study suggests the profile of people diagnosed with ADHD and autism has changed over the past decade [Press release]. EurekAlert! [Internet]. 2026 Sep [cited 2026 Sep 20].
Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη κλινική αξιολόγηση.

